Βολταίρος - Ο διάλογος της πουλάδας με το καπόνι

Το διήγημα "Dialogue du chapon et de la poularde" γράφτηκε το 1763. Αυτή είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύεται στα ελληνικά. Μετάφραση: Παναγιώτης Τσιαμούρας.
Εικόνα
Βολταίρος - Ο διάλογος της πουλάδας με το καπόνι
Λεζάντα εικόνας
Πίνακας: Cheri Christensen
Body

Το καπόνι: Ω Θεέ μου! Κοτούλα μου, γιατί είσαι τόσο στενοχωρημένη; Τι έχεις;


Η πουλάδα: Αγαπημένε μου φίλε, καλύτερα να με ρωτήσεις τι δεν έχω πια. Μια καταραμένη υπηρέτρια με πήρε στα γόνατά της, μου πέρασε μια μακριά βελόνα στα οπίσθια, έπιασε τη μήτρα μου, τη γύρισε γύρω απ’ τη βελόνα, την ξερίζωσε και την έδωσε στον γάτο της να τη φάει. Να ’μαι λοιπόν εντελώς άχρηστη, αφού δεν μπορώ να χαρώ ούτε τον πετεινό ούτε το κλώσημα.

Το καπόνι: Α, καλή μου! Εγώ έχασα περισσότερα από σένα, αφού μου έκαναν πράγματα δυο φορές σκληρότερα· ούτ’ εσύ ούτ’ εγώ θα μπορέσουμε πια να βρούμε παρηγοριά σε τούτο τον κόσμο: εσένα σ’ έκαναν στέρφα πουλάδα κι εμένα μ’ ευνούχισαν και με ’καναν καπόνι. Το μόνο που μετριάζει κάπως τη θλιβερή μου κατάσταση είναι πως πριν λίγες μέρες, κοντά στο κοτέτσι μου, άκουσα δυο Ιταλούς γούμενους να λένε ότι τους έκαναν το ίδιο, για να τραγουδούν μπροστά στον πάπα με καθαρότερη φωνή. Έλεγαν ότι οι άνθρωποι στην αρχή ήθελαν να κάνουν περιτομή στους όμοιούς τους, αλλά κατέληξαν να τους ευνουχίσουν: όλη την ώρα καταριόνταν τη μοίρα τους και την ανθρώπινη φάρα.

Η πουλάδα: Τι έκανε λέει; Είναι λοιπόν για να ’χουμε καθαρότερη φωνή που μας στέρησαν από το ωραιότερο μέρος μας;

Το καπόνι: Αλίμονο μας, καημένη πουλάδα μου! Το ’καναν για να μας παχύνουν και να κάνουν το κρέας μας νοστιμότερο.

Η πουλάδα: Α, καλά! Όσο χοντρότεροι είμαστε τόσο νοστιμότερο θα το κάνουν;

Το καπόνι: Ναι, γιατί θέλουν να μας φάνε.

Η πουλάδα: Να μας φάνε! Α, τα τέρατα!

Το καπόνι: Το συνηθίζουν· μας βάζουν φυλακή για κάμποσες μέρες, μας αναγκάζουν να καταπιούμε έναν πολτό που μόνο αυτοί ξέρουν το μυστικό του, μας βγάζουν τα μάτια, για να μην αφαιρούμαστε, και στο τέλος, όταν φτάσει η μέρα της γιορτής, μας ξεπουπουλιάζουν, μας σφάζουν και μας ψήνουν. Μας παίρνουν μπροστά τους σ’ ένα μεγάλο ασημένιο πιάτο· ο καθένας τους λέει για εμάς ό,τι του κατέβει, τον επικήδειο μας: ο ένας λέει ό,τι έχουμε γεύση φουντουκιού, ο άλλος εγκωμιάζει το ζουμερό κρέας μας· παινεύουν τα μπούτια μας, τις φτερούγες μας, τα οπίσθιά μας· κι έτσι τελειώνει για πάντα η ιστορία μας στον κάτω ετούτο κόσμο.

Η πουλάδα: Τι απαίσιοι παλιάνθρωποι! Μου ’ρχεται σχεδόν λιγοθυμιά. Τι πράγμα; Θα μου βγάλουν τα μάτια! Θα με σφάξουν! Θα με ψήσουν και θα με φάνε! Μα καλά αυτοί οι αχρείοι δεν έχουν καθόλου τύψεις;

Το καπόνι: Όχι, καλή μου φίλη. Οι δυο γούμενοι για τους οποίους σου μίλησα έλεγαν ότι οι άνθρωποι δε νιώθουν ποτέ τύψεις για τα πράγματα που συνηθίζουν να κάνουν.

Η πουλάδα: Τι σιχαμερή φύτρα! Πάω στοίχημα πως ενώ μας καταβροχθίζουν γελάνε κιόλας και λένε ανέκδοτα σαν να μην έγινε τίποτε.

Το καπόνι: Σωστά μάντεψες, αλλά να ξέρεις, αν αυτό μπορεί κάπως να σε παρηγορήσει, ότι αυτοί είναι ζώα, δίποδα σαν κι εμάς, και είναι πολύ κατώτεροί μας, γιατί δεν έχουν πούπουλα, και μάλιστα έτσι συμπεριφέρονται και με τους όμοιούς τους. Άκουσα τους δυο γούμενους να λένε ότι οι χριστιανοί και Έλληνες αυτοκράτορες ποτέ δεν παρέλειπαν να βγάλουν τα μάτια απ’ τα ξαδέρφια τους και απ’ τ’ αδέρφια τους· κι επίσης ότι στη χώρα που βρισκόμαστε έζησε κάποιος ονόματι Ευσεβής ή Αγαθός1 που είχε διατάξει να ξεριζώσουν τα μάτια του ανιψιού του, Βερνάρδου. Αλλά όσον αφορά να ψήνουν τους ανθρώπους, δεν υπήρξε ποτέ κάτι πιο συνηθισμένο για τη φάρα τους. Οι δυο γούμενοί μου έλεγαν ότι κάποτε είχαν ψήσει πάνω από είκοσι χιλιάδες για κάποιες απόψεις που θα ήταν δύσκολο σε ένα καπόνι να τις εξηγήσει, άσε που δε μ’ ενδιαφέρουν καθόλου.

Η πουλάδα: Απ’ ό,τι φαίνεται τους έψηναν για να τους φάνε.

Το καπόνι: Δεν θα μπορούσα να σ’ το πω με σιγουριά, μα θυμάμαι καλά που τους άκουσα καθαρά να λένε πως υπάρχουν κάποιες χώρες, μεταξύ των οποίων κι εκείνη των εβραίων, όπου οι άνθρωποι μερικές φορές τρώνε ο ένας τον άλλον.

Η πουλάδα: Μεταξύ τους ας το κάνουν. Το σωστό και δίκαιο είναι ένα τόσο διεστραμμένο είδος, όπως των ανθρώπων, να καταβροχθιστεί μόνο του και η γη να ξεφορτωθεί το γένος τους. Αλλά εμένα που είμαι τόσο ήσυχη, που δεν έκανα ποτέ κακό σε κανέναν, που τόσα χρόνια τάιζα αυτά τα τέρατα δίνοντάς τους τ’ αυγά μου, να μ’ ευνουχίσουν, να με τυφλώσουν, να μ’ αποκεφαλίσουν και να με ψήσουν! Έτσι μας μεταχειρίζονται και στ’ άλλα μέρη του κόσμου;

Το καπόνι: Οι δύο γούμενοι λένε όχι. Διαβεβαιώνουν μάλιστα ότι σε μια χώρα που τη λένε Ινδία, πολύ μεγαλύτερη, ωραιότερη και γονιμότερη από τη δική μας, οι άνθρωποι τηρούν έναν άγιο νόμο που εδώ και αιώνες τούς απαγορεύει να μας τρώνε· κι ότι κάποιος με το όνομα Πυθαγόρας, που είχε ταξιδέψει σ’ εκείνα τα μέρη και είχε γνωρίσει εκείνους τους δίκαιους λαούς, είχε φέρει στην Ευρώπη αυτό τον ανθρώπινο νόμο, τον οποίον ακολουθούσαν όλοι οι μαθητές του. Αυτοί οι καλοί γούμενοι διάβαζαν τον Πορφύριο τον Πυθαγόρειο, που είχε γράψει ένα ωραίο βιβλίο ενάντια στις σούβλες.
Τι σπουδαίος άνθρωπος! Τι θείος άνθρωπος που ήταν αυτός ο Πορφύριος! Με πόση σοφία, με πόση δύναμη, με πόσο σεβασμό για τη Θεότητα αποδεικνύει ότι είμαστε οι συγγενείς εξ αγχιστείας και οι συγγενείς εξ αίματος των ανθρώπων· ότι ο Θεός μάς έδωσε τα ίδια όργανα, τα ίδια συναισθήματα, την ίδια μνήμη, τον ίδιο άγνωστο σπόρο της νόησης που αναπτύσσεται μέσα μας μέχρις ένα συγκεκριμένο σημείο ακολουθώντας αιώνιους νόμους, και που δε θα χάσουμε ποτέ ούτε εμείς ούτε οι άνθρωποι! Πράγματι, αγαπητή μου πουλάδα, δε θα ήταν προσβολή της Θεότητας να λέγεται ότι έχουμε συναισθήματα για να μη νιώθουμε τίποτε, μυαλό για να μη σκεφτόμαστε καθόλου; Αυτή η φαντασία, αντάξια, κατά τα λεγόμενά τους, ενός παράφρονα ονόματι Καρτέσιος, δε θα ήταν το αποκορύφωμα του παραλόγου και μια φτηνή δικαιολογία για όλες τις βαρβαρότητες;
Ούτε κι οι μεγαλύτεροι σοφοί της αρχαιότητας μας σούβλισαν ποτέ. Φρόντιζαν να μάθουν τη γλώσσα μας και να ανακαλύπτουν τις ικανότητές μας που είναι τόσο ανώτερες από εκείνες του ανθρώπινου είδους. Μαζί τους ήμαστε ασφαλείς, όπως τη Χρυσή εποχή. Ο Πορφύριος λέει πως οι σοφοί δεν σκοτώνουν καθόλου τα ζώα· είναι μονάχα οι βάρβαροι και οι παπάδες που τα σκοτώνουν και τα τρώνε. Έγραψε μάλιστα κι ένα θαυμάσιο βιβλίο, για να μεταπείσει έναν από τους μαθητές του που από λαιμαργία είχε γίνει χριστιανός.

Η πουλάδα: Τι καλά! Κι ύψωσαν βωμούς προς τιμήν αυτού του σπουδαίου ανθρώπου που δίδασκε την αρετή στο ανθρώπινο γένος και που έσωζε τη ζωή στο γένος των ζώων;

Το καπόνι: Όχι, οι χριστιανοί που μας τρώνε τον αποστρέφονταν κι ακόμη και σήμερα περιφρονούν το όνομά του· λένε ότι ήταν ασεβής κι ότι όλες αυτές οι αρετές του ήταν ψεύτικες, αφού ήταν ειδωλολάτρης.

Η πουλάδα: Μα τι φρικτές προκαταλήψεις που δημιουργεί η λαιμαργία! Μια άλλη μέρα είχα ακούσει, σ’ εκείνο που μοιάζει με αχερώνα κοντά στο κοτέτσι μας, έναν άνθρωπο που μιλούσε μόνος του μπροστά σ’ άλλους ανθρώπους που δεν έλεγαν τίποτε· φώναζε δυνατά ότι ο Θεός έκανε μια συμφωνία μαζί μας και μ’ εκείνα τα ζώα που αποκαλούνται άνθρωποι· πως ο Θεός είχε απαγορεύσει στους ανθρώπους να τρώνε το αίμα μας μαζί με το κρέας μας.2 Πώς μπορούν και συνδυάζουν αυτή τη θετική υπεράσπιση με το ελεύθερο να καταβροχθίζουν βραστά ή ψητά τα μέλη μας; Είναι αδύνατο, όταν κόβουν το λαιμό μας, να μην υπάρχει πολύ αίμα στις φλέβες μας· εκείνο το αίμα αναμειγνύεται αναγκαστικά με το κρέας μας. Επομένως είναι ξεκάθαρο ότι τρώγοντάς μας παραβιάζουν τις εντολές του Θεού. Συν τοις άλλοις δεν είναι ασέβεια να σκοτώνεις και να καταβροχθίζεις πλάσματα με τα οποία ο Θεός έχει κάνει κάποια συμφωνία; Θα ήταν περίεργη μία συμφωνία που ο μόνος όρος που θα είχε θα ήταν να επιτρέπει να μας σκοτώνουν. Ή ο δημιουργός μας δεν έκανε καμιά συμφωνία μαζί μας ή είναι έγκλημα να μας σκοτώνουν και να μας μαγειρεύουν, δεν υπάρχει μέση οδός.

Το καπόνι: Ούτε είναι αυτή η μόνη αντίφαση που βασιλεύει ανάμεσα σ’ εκείνα τα τέρατα, τους αιώνιους εχθρούς μας. Εδώ και πολύ καιρό τους κατηγορούν ότι δε συμφωνούν σε τίποτε. Κάνουν νόμους μόνο και μόνο για να τους παραβιάσουν· και το χειρότερο είναι ότι τους παραβιάζουν συνειδητά. Έχουν σκαρφιστεί χιλιάδες προφάσεις, χιλιάδες σοφίσματα, για να μπορούν να δικαιολογούν τις παρασπονδίες τους. Χρησιμοποιούν το μυαλό τους για να νομιμοποιούν τις αδικίες τους και τις λέξεις μόνο για να κρύβουν τις σκέψεις τους. Σκέψου πως στη μικρή χώρα όπου ζούμε δυο μέρες τη βδομάδα απαγορεύεται να μας τρώνε: ε λοιπόν βρήκαν τρόπο να ξεγλιστρούν από το νόμο. Εξάλλου αυτός ο νόμος, που ίσως να σου φαίνεται ευνοϊκός για εμάς, είναι πολύ βάρβαρος. Ο νόμος λέει πως εκείνες τις μέρες πρέπει να τρώνε τους κατοίκους των νερών· ψάχνουν λοιπόν τα θύματά τους στις θάλασσες και στα ποτάμια. Χλαπακιάζουν πλάσματα απ’ τα οποία ένα μονάχα κοστίζει πάνω από εκατό καπόνια: αυτό το λένε νηστεία, ντροπής πράματα! Με δυο λόγια δεν νομίζω ότι μπορεί κάποιος να φανταστεί ένα είδος περισσότερο παράλογο και συνάμα περισσότερο αποκρουστικό, πιο αλλόκοτο και πιο μοβόρικο.

Η πουλάδα: Θε μου! Εκείνος που βλέπω να ’ρχεται βιαστικά προς τα δω δεν είναι ο απαίσιος βοηθός του μάγειρα με το χασαπομάχαιρό του;

Το καπόνι: Εδώ τελειώνουν όλα, καλή μου φίλη. Έφτασε η στερνή μας ώρα! Ας μας ελεήσει ο Κύριος.

Η πουλάδα: Ας κάνει να πέσω βαριά στο στομάχι του άτιμου που θα με φάει και να φροντίσει να σκάσει! Αλλά οι μικροί κι αδύναμοι άδικα πιστεύουν ότι μπορούν να εκδικηθούν τους ισχυρούς με τέτοιες ανεκπλήρωτες επιθυμίες· κι έτσι οι ισχυροί αδιαφορούν.

Το καπόνι: Οχ, μ’ άρπαξαν απ’ το λαιμό. Ας συγχωρέσουμε τους εχθρούς μας.

Η πουλάδα: Δεν μπορώ… με σφίγγει, με παίρνει. Αντίο, αγαπητό μου καπόνι.

Το καπόνι: Αντίο, για πάντα, αγαπητή μου πουλάδα.

  • 1. Αναφέρεται στον Λουδοβίκο Α΄, βασιλιά των Φράγκων και αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, 814-840.
  • 2. Γένεσις Θ΄, 4.
04/07/2020
Διαχείριση Κυαναυγής