Η εξοικείωση του σύγχρονου αστικού υποκειμένου με το τι σημαίνει να σέβομαι, να συμπαθώ και να συμπάσχω με τα δέντρα, έχει να κάνει με τη βιωμένη εμπειρία ενός τοπίου, τη γνώση του περιβάλλοντος και τη διατήρηση των μερών που σχετίζονται με την παιδική ηλικία, το σπίτι και την ύπαιθρο, την [ανα]ψυχή και την ιδιοκτησία. [σ. 19]
Είναι, όπως λέει ο Γκουαταρί μέσα από τις Τρεις οικολογίες του, το να αυξήσουμε τις σεμνές προτάσεις που με αυτές θα προστατεύσουμε, όχι μόνο τη Γη και την κοινωνία, αλλά και τα μυαλά μας – το κάθε μοναδικό και σπάνιο μυαλό από τη σαρωτική καταπάτηση του ολοκληρωτικού παγκόσμιου καπιταλισμού. [σ. 27]
Η ζωή όλων ως ζωντανή ποικιλομορφία επαναφέρεται με τη βαθιά οικολογία ως τρόπος ζωής: όλα τα είδη έχουν αξία για μία υγιή και ασφαλή ζωή, στον δικό τους χώρο, στον δικό τους χρόνο. [σ. 24]
Η πόλη περπατιέται ως επί το πλείστον από τις γυναίκες και τους μετανάστες και αυτοκινείται κατά βάση από τους άνδρες κι όχι τυχαία, μιας και στην ανθρώπινη ιστορία το οικονομικό σύστημα κοιτάζει προς τους άνδρες και η [κάθε] πόλη σχεδιάστηκε για να διευκολύνει τον male economicus. [σ. 47]
Για την Τζέικομπς, ζωντανά είναι όλα τα όργανα της πόλης: από τα δέντρα, τα πάρκα και τις γειτονιές, μέχρι τα πεζοδρόμια, την κυβέρνηση και την οικονομία – όλα λειτουργούν συνεργατικά, όπως το φυσικό οικοσύστημα. Το μοντέλο ζωής της Τζέικομπς θέλει την πόλη οργανική, αυθόρμητη και ακατάστατη. [σ. 48]
Αντίδοτο είναι να αργοπορείς, να επιβραδύνεις, να κοντοστέκεσαι να χαζεύεις ένα δέντρο. Να κατεβάζεις τα παιδιά να τσαλαβουτάνε στο σιντριβάνι, να κατεβαίνεις ως παιδί να αγκαλιάζεις το καθετί μικρό, να κατοικείς ποιητικά –γιατί μόνο το ποιείν επιτρέπει πραγματικά το κατοικείν– να επιτρέπεις στη φύση να στοχάζεται, στον άνθρωπο να πλάθεται κάτω από το δέντρο. Να μην θες να φτάσεις στο «εκεί», να φυτεύεις το «εδώ» με ήρεμα στοιχεία, υπάρξεις κι ονειροπολήσεις. [σ. 60-61]
Η εξοικείωση του σύγχρονου αστικού υποκειμένου με το τι σημαίνει να σέβομαι, να συμπαθώ και να συμπάσχω με τα δέντρα, έχει να κάνει με τη βιωμένη εμπειρία ενός τοπίου, τη γνώση του περιβάλλοντος και τη διατήρηση των μερών που σχετίζονται με την παιδική ηλικία, το σπίτι και την ύπαιθρο, την [ανα]ψυχή και την ιδιοκτησία. [σ. 19]
Είναι, όπως λέει ο Γκουαταρί μέσα από τις Τρεις οικολογίες του, το να αυξήσουμε τις σεμνές προτάσεις που με αυτές θα προστατεύσουμε, όχι μόνο τη Γη και την κοινωνία, αλλά και τα μυαλά μας – το κάθε μοναδικό και σπάνιο μυαλό από τη σαρωτική καταπάτηση του ολοκληρωτικού παγκόσμιου καπιταλισμού. [σ. 27]
Η ζωή όλων ως ζωντανή ποικιλομορφία επαναφέρεται με τη βαθιά οικολογία ως τρόπος ζωής: όλα τα είδη έχουν αξία για μία υγιή και ασφαλή ζωή, στον δικό τους χώρο, στον δικό τους χρόνο. [σ. 24]
Η πόλη περπατιέται ως επί το πλείστον από τις γυναίκες και τους μετανάστες και αυτοκινείται κατά βάση από τους άνδρες κι όχι τυχαία, μιας και στην ανθρώπινη ιστορία το οικονομικό σύστημα κοιτάζει προς τους άνδρες και η [κάθε] πόλη σχεδιάστηκε για να διευκολύνει τον male economicus. [σ. 47]
Για την Τζέικομπς, ζωντανά είναι όλα τα όργανα της πόλης: από τα δέντρα, τα πάρκα και τις γειτονιές, μέχρι τα πεζοδρόμια, την κυβέρνηση και την οικονομία – όλα λειτουργούν συνεργατικά, όπως το φυσικό οικοσύστημα. Το μοντέλο ζωής της Τζέικομπς θέλει την πόλη οργανική, αυθόρμητη και ακατάστατη. [σ. 48]
Αντίδοτο είναι να αργοπορείς, να επιβραδύνεις, να κοντοστέκεσαι να χαζεύεις ένα δέντρο. Να κατεβάζεις τα παιδιά να τσαλαβουτάνε στο σιντριβάνι, να κατεβαίνεις ως παιδί να αγκαλιάζεις το καθετί μικρό, να κατοικείς ποιητικά –γιατί μόνο το ποιείν επιτρέπει πραγματικά το κατοικείν– να επιτρέπεις στη φύση να στοχάζεται, στον άνθρωπο να πλάθεται κάτω από το δέντρο. Να μην θες να φτάσεις στο «εκεί», να φυτεύεις το «εδώ» με ήρεμα στοιχεία, υπάρξεις κι ονειροπολήσεις. [σ. 60-61]
